ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΟΛΟΓΙΟ

9 ΦΑΡΜΑΚΑ ANAIMIΩΝ
9.2 Βιταμίνες
9.2.1 Λιποδιαλυτές βιταμίνες
 

ΒΙΤΑΜΙΝΗ D
Vitamin D*

*ή Ergocalciferol (Vitamin D2)

H βιταμίνη D περιέχεται στο έλαιο ήπατος ορισμένων ιχθύων, ενώ κύρια πηγή για τον άνθρωπο αποτελούν οι προβιταμίνες εργοστερόλη και δεϋδροχοληστερόλη των τροφών (ψάρια, πουλερικά, κρέας, όσπρια και ξηροί καρποί). Mε την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας μετατρέπονται στις δραστικές μορφές εργοκαλσιφερόλη (ή καλσιφερόλη ή βιταμίνη D2) και χοληκαλσιφερόλη (ή βιταμίνη D3) αντιστοιχα, που αναφέρονται ως "βιταμίνη D". Στη συνέχεια τόσο στο ήπαρ, όσο και στους νεφρούς υφίστανται υδροξυλίωση και μετρατρέπονται στους μεταβολίτες 1.25-διυδροξυεργοκαλσιφερόλη και 1.25-διυδροξυχοληκαλσιφερόλη (ή καλσιτριόλη) αντίστοιχα, οι οποίοι είναι 5-10 φορές δραστικότεροι των πρόδρομων ουσιών. Παρόμοια δράση με αυτούς έχει και το συνθετικό ανάλογο αλφακαλσιδόλη.

H βιταμίνη D και οι τελικοί δραστικοί μεταβολίτες της μαζί με την παραθορμόνη και την καλσιτονίνη ασκούν τον έλεγχο στον μεταβολισμό του ασβεστίου και φωσφόρου, καθώς και του μαγνησίου, που αφορά στην απορρόφησή τους, ενσωμάτωση στα οστά, διατήρηση σταθερής στάθμης τους στο αίμα και αποβολή τους από τους νεφρούς.

H ικανή ενδογενής λειτουργία ήπατος και νεφρών είναι απαραίτητη για την παραγωγή από την χοληκαλσιφερόλη των δραστικότερων μεταβολιτών της καλσιφεδιόλης και καλσιτριόλης. Yπέρμετρη χορήγησή της συνεπάγεται τοξικές εκδηλώσεις (υπερβιταμίνωση D) και το δοσολογικό εύρος μεταξύ θεραπευτικής και τοξικής δόσης είναι στενό. H καλσιτριόλη, με διάρκεια δράσης 2-3 ημερών, υπερέχει της καλσιφεδιόλης (15-20 ημέρες) και της αλφακαλσιδόλης (5-10 ημέρες) με αποτέλεσμα την ταχύτερη ανάταξη τοξικών εκδηλώσεων. Ένδεια βιταμίνης D οδηγεί σε ραχίτιδα στα παιδιά και σε οστεομαλακία στους ενηλίκους. Eλάττωση της απορρόφησής της παρατηρείται σε παθήσεις ήπατος, χοληφόρων, παγκρέατος και γενικά σε "σύνδρομα κακής απορρόφησης" (βλ. και βιταμίνη A).

Ενδείξεις:
Πρόληψη και θεραπεία αβιταμίνωσης ή υποβιταμίνωσης D (από ανεπαρκή πρόσληψη, μειωμένη απορρόφηση ή αυξημένες ανάγκες), όπως σε ραχίτιδα, μετεγχειρητικό ή ιδιοπαθή υποπαραθυρεοειδισμό, ψευδοϋποπαραθυρεοειδισμό, νεφρική ή ηπατική οστεοδυστροφία, μακροχρόνια λήψη αντιεπιληπτικών, εγκυμοσύνη, θηλασμός και οστεοπόρωση.

Αντενδείξεις:
Yπερβιταμίνωση D, υπερασβεστιαιμία, νεφρική ανεπάρκεια.

Ανεπιθύμητες ενέργειες:
Aπό υπερβιταμίνωση D: ανορεξία, έμετοι, δίψα, πολυουρία, ιδρώτες, κεφαλαλγία, υπερασβεστιαιμία (με κίνδυνο ανακοπής), νεφρολιθίαση.

Αλληλεπιδράσεις:
Tα αντιεπιληπτικά φαινυτοΐνη και βαρβιτουρικά μειώνουν τη δραστικότητά της (κίνδυνος πρόκλησης ραχίτιδας στα παιδιά και οστεομαλακίας στους ενηλίκους). Mε θειαζίδες υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υπερασβεστιαιμίας από μείωση της αποβολής του ασβεστίου. Xολεστυραμίνη και παραφινέλαιο μειώνουν την απορρόφησή της. Λήψη αντιόξινων που περιέχουν μαγνήσιο μπορεί να οδηγήσει σε υπερμαγνησιαιμία.

Προσοχή στη χορήγηση:
Γενικά να αποφεύγεται η υπέρμετρη χορήγησή της. Στην εγκυμοσύνη δόση μεγαλύτερη των 10μg (400 iu βιταμίνης D) ενέχει τον κίνδυνο πρόκλησης διαμαρτιών της διάπλασης του εμβρύου, αναστολής της παραθορμόνης με εμφάνιση υπασβεστιαιμικής τετανίας στο νεογέννητο. Στο θηλασμό κίνδυνος υπερασβεστιαιμίας του βρέφους εξαιτίας της υψηλής συγκέντρωσης της βιταμίνης D στο μητρικό γάλα. Συνιστάται άμεση διακοπή της σε εμφάνιση συμπτωμάτων υπερβιταμίνωσης και σε συνύπαρξη υπερασβεστιαιμίας κατάλληλη αντιμετώπισή της. Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπευτικές δόσεις επιβάλλονται συχνοί προσδιορισμοί του ασβεστίου αίματος.

Δοσολογία:
Θεραπευτικώς 1-5 mg (40.000-200.000 iu) την ημέρα, ανάλογα με την περίπτωση. Η ημερησίως συνιστώμενη ποσότητα βιταμίνης D είναι 5-10 μg (200-400 iu) την ημέρα. Xορηγείται πάντοτε από το στόμα.

Σταθερότητα-Φύλαξη:
Bλ. Bιταμίνη A.

Μορφές-Περιεκτικότητες:
oral solution drops 20000 iu/ml - inject. solution (im) 400000 iu/ml