Εισαγωγή

Η αρτηριακή υπέρταση έχει αναγνωριστεί ως παράγοντας κινδύνου για προσβολή και θάνατο από καρδιαγγειακά νοσήματα εδώ και πάνω από μισό αιώνα. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα των μέτρων αντιμετώπισής της στον πληθυσμό δεν θεωρείται ικανοποιητική, ακόμα και σε χώρες με παράδοση στην επίλυση προβλημάτων υγείας. Αυτό οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο ότι ενώ ως πρόβλημα υγείας η υπέρταση είναι τόσο συχνή, ώστε αναγκαστικά αντιμετωπίζεται από το μέσο κλινικό γιατρό (γενικό γιατρό ή παθολόγο) και όχι από ειδικούς, οι αποφάσεις για τον τρόπο αντιμετώπισής της βασίζονται στην ανάλυση δεδομένων από επιδημιολογικές και μεγάλες κλινικές μελέτες (μελέτες θεραπευτικής παρέμβασης) που άρχισαν πριν από αρκετές δεκαετίες και εξακολουθούν να σχεδιάζονται και να πραγματοποιούνται. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε σχετικό οδηγό που κυκλοφόρησε πρόσφατα, καταγράφονται πάνω από 350 μελέτες παρέμβασης για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση νοσημάτων του καρδιαγγειακού συστήματος, ανάμεσα στις οποίες πρωτεύουσα θέση κατέχουν οι μελέτες για την υπέρταση.

Είναι, λοιπόν, αυτονόητο ότι ο μέσος κλινικός γιατρός δεν μπορεί να έχει πρόσβαση σε όλα αυτά τα δεδομένα, ούτε και είναι σε θέση να τα αναλύσει, ώστε να τα μεταφράσει σε κριτήρια για λήψη αποφάσεων στην κλινική πράξη. Για το λόγο αυτό, τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια, διάφορα εθνικά ή διεθνή σώματα ειδικών αναλαμβάνουν το έργο της συλλογής και ανάλυσης των κατά καιρούς δεδομένων και χρησιμοποιούν το προϊόν αυτού του έργου για τη σύνταξη κατευθυντήριων οδηγιών ή συστάσεων (guidelines ή recommendations) προς το μέσο κλινικό γιατρό1. Οι οδηγίες αυτές τροποποιούνται από καιρού εις καιρόν ανάλογα με τα νέα δεδομένα, αλλά συχνά, ακόμα και οδηγίες που έχουν ετοιμαστεί την ίδια χρονική περίοδο από διαφορετικά σώματα ειδικών, παρουσιάζουν μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ τους. Το τελευταίο αυτό φαινόμενο είναι αποτέλεσμα της ανεπάρκειας ισχυρών ενδείξεων σε ορισμένους τομείς, με συνέπεια οι σχετικές με τους τομείς αυτές συστάσεις να πρέπει αναγκαστικά να βασιστούν σε αρκετά αυθαίρετη ερμηνεία των καλύτερων διαθέσιμων ενδείξεων2. Πάντως, υπάρχει σχεδόν ομοφωνία μεταξύ των ειδικών για το ότι λόγω των διαφορών που υπάρχουν στον επιπολασμό της υπέρτασης και των άλλων παραγόντων κινδύνου, αλλά και στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, τις αντιλήψεις και τον τρόπο ζωής ανάμεσα στις διάφορες χώρες, θα ήταν ευκταίο κάθε χώρα να φρόντιζε για τη σύνταξη κατευθυντήριων οδηγιών προσαρμοσμένων στα δικά της δεδομένα3.

Οι πληροφορίες για τον επιπολασμό της υπέρτασης και την αποτελεσματικότητα της αντιμετώπισής της στη χώρα μας είναι σποραδικές4 και ανεπαρκείς. Πάντως, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, φαίνεται ότι στην Ελλάδα, η υπέρταση είναι εξίσου συχνή όσο και σε άλλες αναπτυγμένες χώρες και αφορά κάτι μεταξύ του ενός τετάρτου και του ενός τρίτου του πληθυσμού των ενηλίκων. Εξ άλλου, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας καλά σχεδιασμένης πρόσφατης έρευνας στον πληθυσμό μιας κοινότητας της Αργολίδας, τα ποσοστά αναγνώρισης, θεραπείας και ρύθμισης της υπέρτασης στη χώρα μας είναι παρόμοια με αντίστοιχα ερευνών σε πληθυσμούς άλλων αναπτυγμένων κρατών5, 6. Συγκεκριμένα, βρέθηκε ότι σε ποσοστό 39,2% οι υπερτασικοί της κοινότητας αγνοούσαν ότι είχαν αυξημένη πίεση, σε ποσοστό 6,3% το γνώριζαν, αλλά δεν έπαιρναν φάρμακα, σε ποσοστό 27,5% έπαιρναν φάρμακα, αλλά είχαν τιμές αρτηριακής πίεσης πάνω από 140/90 mmHg και μόνο στο 27% του συνόλου είχαν ρυθμισμένη πίεση.

Οι οδηγίες που ακολουθούν συντάχθηκαν με βάση τις πρόσφατες οδηγίες μεγάλων συναινετικών σωμάτων, όπως της Joint National Committee των ΗΠΑ7 και της κοινής επιτροπής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και της Διεθνούς Εταιρείας Υπέρτασης8, αφού λήφθηκαν υπόψη και τα αποτελέσματα νεώτερων μελετών επιβίωσης, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελλαδικού χώρου. Ως υπόδειγμα για τη σύνταξή τους χρησιμοποιήθηκαν οι Καναδικές κατευθυντήριες οδηγίες για την υπέρταση9. Συγκεκριμένα, από τα μέλη της Ελληνικής Επιτροπής υιοθετήθηκε η άποψη ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες δεν πρέπει να έχουν τη μορφή ανασκόπησης της βιβλιογραφίας ή συνοπτικού εγχειριδίου, αλλά να κάνουν συγκεκριμένες συστάσεις προς τους γιατρούς που πρόκειται να τις ακολουθήσουν. Προκειμένου, όμως, να μην έχουν τη μορφή "τυφλοσούρτη", πρέπει να κάνουν γνωστό στο χρήστη το βαθμό βεβαιότητας των μελών της επιτροπής για την ορθότητα κάθε σύστασης (ο μεγαλύτερος βαθμός ορίζεται ως Α και ο μικρότερος ως Γ) και να του δίνουν τη δυνατότητα να προσφύγει μόνος του στις κυριότερες πηγές πληροφοριών πάνω στις οποίες βασίστηκαν οι αντίστοιχες συστάσεις.

 
 
Downloads
Αν δεν είστε γιατρός
Νέα
Αρχική Σελίδα