Εισαγωγή

Οι καρδιακές παθήσεις αποτελούν σήμερα την κύρια αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας στις περισσότερες κοινωνίες του δυτικού κόσμου. Η αύξηση της συχνότητας των καρδιακών παθήσεων οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αύξηση της συχνότητας της στεφανιαίας νόσου. Η στεφανιαία νόσος δημιουργεί συνθήκες αυξημένης νοσηρότητας και θνησιμότητας μέσω των βλαβών τις οποίες προκαλεί η ισχαιμία στο μυοκάρδιο. Η ισχαιμία μπορεί να δρα είτε χρονίως, παραβλάπτοντας την καρδιακή λειτουργία και δημιουργώντας καρδιακή ανεπάρκεια, είτε οξέως, οπότε όταν παραταθεί μπορεί να εξελιχθεί σε έμφραγμα μυοκαρδίου. Οι πλείστοι των κλινικών και ερευνητών συμφωνούν σήμερα ότι το έμφραγμα του μυοκαρδίου οφείλεται σε νέκρωση του μυοκαρδίου, η οποία προκαλείται από βαρεία και παρατεταμένη ισχαιμία1-4. Στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων υπεύθυνη είναι η οξεία απόφραξη της αρτηρίας που αρδεύει την περιοχή αυτή. Το έμφραγμα μυοκαρδίου είναι αιτία πρώϊμου εξωνοσοκομειακού ή ενδονοσοκομειακού θανάτου. Εξάλλου, μέσω της βλάβης μυοκαρδίου την οποία προκαλεί, μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες χρόνιας μετεμφραγματικής καρδιακής ανεπάρκειας, με συνέπεια αυξημένη νοσηρότητα και μακροχρονίως, αυξημένη θνησιμότητα.

Το κείμενο που ακολουθεί έχει σκοπό να καλύψει την ανάγκη ενημέρωσης του ιατρικού κοινού για τις σημαντικές εξελίξεις που έχουν επέλθει στην αντιμετώπιση του εμφράγματος του μυοκαρδίου, τόσο κατά το οξύ στάδιο, όσο και οψίμως μετά την επέλευσή του. Οι εξελίξεις αυτές έχουν οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση της πρόγνωσης καθ' όλες τις χρονικές φάσεις. Επειδή οι παρεμβάσεις που έχουν επιφέρει βελτίωση της πρόγνωσης είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν ευρέως, θεωρήθηκε σκόπιμο να αναπτυχθούν κατά το δυνατόν πρακτικά και παραστατικά. Στις οδηγίες που ακολουθούν, η αντιμετώπιση του εμφράγματος διακρίνεται σχηματικά σε τρεις φάσεις:

  1. Την προνοσοκομειακή φάση, κατά την οποία η εφαρμογή μεθόδου καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης μπορεί να είναι σωτήρια, καθώς και η δυνατότητα χρήσης αυτόματου εξωτερικού απινιδωτή, αλλά και η ταχεία διακίνηση του ασθενούς προς το νοσοκομείο έχουν υψίστη σημασία. Αρκετά τμήματα έχουν αναπτύξει την προνοσοκομειακή θρομβόλυση και δη κατά τη μεταφορά του αρρώστου, με αποτέλεσμα μικρή, αλλά σαφή μείωση της θνητότητας. Επίσης η πρόληψη καρδιακών θανατηφόρων αρρυθμιών κατά την προνοσοκομειακή φάση αποτελεί πρωταρχικό σκοπό. Η προσπάθεια στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να αποσκοπεί στην ταχύτερη δυνατή εισαγωγή του αρρώστου στο νοσοκομείο.
  2. Την πρώϊμη νοσοκομειακή φάση, κατά την οποία η έγκαιρη διάνοιξη της αποφραγμένης αρτηρίας, είτε με φαρμακευτικές μεθόδους (θρομβόλυση με ή χωρίς αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα), είτε με επεμβατικές τεχνικές, διασώζει μεγάλο μέρος του μυοκαρδίου και αποτρέπει το θάνατο ή τη μετεμφραγματική καρδιακή ανεπάρκεια.
  3. Τη χρόνια μετεμφραγματική φάση, κατά την οποία επιζητείται η βελτιστοποίηση της καρδιακής λειτουργίας και η αποφυγή των υποτροπών. Στο στάδιο αυτό η δευτερογενής πρόληψη αποκτά θεμελιώδη σημασία.

Η Επιτροπή που ανέλαβε το έργο αυτό στηρίχθηκε σε παρόμοιες εργασίες από έγκριτα διεθνή σώματα, όπως την ACC/AHA Task Force On Myocardial Infarction1, και παρόμοια ομάδα εργασίας της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας2 και της Βρετανικής Καρδιολογικής Εταιρείας3. Οι κατευθυντήριες οδηγίες που ακολουθούν δεν έχουν τη μορφή ανασκόπησης της βιβλιογραφίας, αλλά συγκεκριμένων συστάσεων προς τον γιατρό που καλείται να τις εφαρμόσει στην πράξη. Τα σχόλια που ακολουθούν τις συστάσεις σε κάθε κεφάλαιο δίνουν τη δυνατότητα σε όσους το επιθυμούν να προσφύγουν στις κυριότερες πηγές πληροφοριών πάνω στις οποίες βασίστηκαν οι αντίστοιχες συστάσεις. Με βάση την ισχύ των βιβλιογραφικών ενδείξεων, ο βαθμός βεβαιότητας της Επιτροπής για κάθε μια από τις συστάσεις διαβαθμίζεται ενδεικτικά σε Α (μεγαλύτερος βαθμός βεβαιότητας), Β (ενδιάμεσος βαθμός βεβαιότητας) και Γ (μικρότερος βαθμός βεβαιότητας).

 

 
 
Downloads
Αν δεν είστε γιατρός
Νέα
Υπουργείο Υγείας & Πρόνοιας Αρχική Σελίδα