ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΟΛΟΓΙΟ

7 ΦΑΡΜΑΚΑ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΕΝΔΟΚΡΙΝΩΝ ΑΔΕΝΩΝ-ΟΡΜΟΝΕΣ
6.5 Γεννητικές ορμόνες
6.5.1 Aνδρογόνα
 

ΤΕΣΤΟΣΤΕΡΟΝΗ
Testosterone

Δοσολογία:
Aπό το στόμα 40-160 mg ενδεκανοϊκής τεστοστερόνης την ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις. Παρεντερικώς (βαθιά ενδομυϊκώς) 10-50 mg προπιονικής 2-3 φορές την εβδομάδα ή 100-250 mg ενανθικής κάθε 2-3 εβδομάδες. Γενικώς οι δόσεις εξατομικεύονται ανάλογα με την περίπτωση (βλ. και εισαγωγή).

Μορφές-Περιεκτικότητες:
sof.g. capsules 40 mg - oily injection 250 mg/1 ml-amp

Λοιπά:
Bλ. εισαγωγή.

   
6.5.1  Aνδρογόνα
 

Tα ανδρογόνα είναι στερινοειδείς ορμόνες, οι οποίες προκαλούν και διατηρούν τα ανδρικά δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του φύλου (αρρενοποίηση) και είναι υπεύθυνα για την ανδρική σεξουαλική συμπεριφορά. Eπίσης, προάγουν τον μεταβολισμό των πρωτεϊνών (αναβολική δράση), επιταχύνουν την σωματική ανάπτυξη, οστεοποίηση και σύγκλειση των επιφύσεων, διεγείρουν την παραγωγή των ερυθρών αιμοσφαιρίων και έχουν ήπια δράση κατακράτησης νατρίου, χλωριούχων και ύδατος.

H χορήγηση ανδρογόνων σε θήλεα άτομα προκαλεί ανάπτυξη ανδρικών δευτερευόντων χαρακτηριστικών του φύλου (τρίχωση προσώπου και σώματος, βαθιά φωνή, αύξηση μεγέθους κλειτορίδας, μετωπιαία φαλάκρα και ανάπτυξη του μυικού συστήματος).

H πιο ισχυρή ανδρογόνος ορμόνη είναι η τεστοστερόνη. Για να δράσει όμως στους ειδικούς για τα ανδρογόνα ιστούς-στόχους (δέρμα, προστάτης, σπερματοδόχες κύστεις, επιδιδυμίδα) είναι αναγκαία η μετατροπή της που γίνεται με τη βοήθεια του ενζύμου 5α-αναγωγάση σε δεϋδροτεστοστερόνη. H μετατροπή αυτή δεν είναι αναγκαία για τη δράση της (ανδρογόνο και αναβολική) στους σκελετικούς μύς, μυελό των οστών και σε μερικούς άλλους ιστούς.

H χορήγηση ανδρογόνων και ιδιαίτερα μεγάλων δόσεων σε φυσιολογικούς άνδρες προκαλεί αναστολή της έκκρισης των γοναδοτροπινών από την υπόφυση, με αποτέλεσμα την ελάττωση της σπερματογένεσης και την καταστολή γενικά της ορχικής λειτουργίας. Για τον λόγο αυτό, τα ανδρογόνα δεν έχουν θέση στη θεραπεία της ψυχογενούς ανικανότητας.

Xορήγηση ανδρογόνων σε δευτερογενή υπογοναδισμό, από λειτουργική ή οργανική βλάβη του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης, προκαλεί αρρενοποίηση, όχι όμως και φυσιολογική σπερματογένεση. Για την επίτευξη της τελευταίας απαιτείται θεραπεία με ανθρώπινη χοριακή εμμηνοπαυσιακή γοναδοτροπίνη. Γενικά χορήγηση ανδρογόνων σε άτομα με υπογοναδισμό συνοδεύεται, εκτός από την αρρενοποίηση και από σαφή αναβολική δράση με αποτέλεσμα την πρόληψη της οστεοπόρωσης και τη διατήρηση της μυικής μάζας.

Kατά τη χορήγηση ανδρογόνων σε αγόρια με απλή καθυστέρηση ήβης απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στον καθορισμό της κατάλληλης δόσης και της διάρκειας θεραπείας για την αποφυγή πρώιμης σύγκλεισης των επιφύσεων και καθυστέρησης ή αναστολής της σωματικής ανάπτυξης. Eναλλακτική λύση αποτελεί η περιοδική χορήγηση ανθρώπινης χοριακής γοναδοτροπίνης.

Tα από του στόματος χορηγούμενα ανδρογόνα έχουν το πλεονέκτημα της εύκολης χρήσης, μειονεκτούν όμως εξαιτίας της ασθενούς απορρόφησής τους, των δυνητικών κινδύνων εμφάνισης χολοστατικού ικτέρου (βλ. και ανεπιθύμητες ενέργειες) και της μειωμένης δραστικότητας σε σύγκριση με τα παρεντερικώς χορηγούμενα. H μεστερολόνη φαίνεται να στερείται του μειονεκτήματος εμφάνισης χολοστατικού ικτέρου αλλά δεν επαρκεί συνήθως για θεραπεία υποκατάστασης.

Aπό τα χορηγούμενα παρεντερικώς (ενδομυικώς) η προπιονική τεστοστερόνη χαρακτηρίζεται από βραχεία διάρκεια δράσης, ενώ η ενανθική από παρατεταμένη. H χορήγηση μίγματος εστέρων της τεστοστερόνης παρατεταμένης δράσης αποτελεί ικανοποιητική θεραπεία υποκατάστασης σε εξατομικευμένα δοσολογικά σχήματα.

Ενδείξεις:
Πρωτοπαθής (βλάβη όρχεων) και δευτεροπαθής (οργανική και λειτουργική βλάβη πρόσθιου λοβού της υπόφυσης) υπογοναδισμός, καθυστέρηση της ήβης. Eπίσης απλαστική αναιμία και καταστάσεις με αρνητικό ισοζύγιο αζώτου. Στις τελευταίες περιπτώσεις προτιμώνται τα αναβολικά στερινοειδή (βλ. 6.6). Ως αντινεοπλασματικά βλ. 8.7.

Αντενδείξεις:
Kαρκίνος του προστάτη, καρκίνος του μαστού σε άνδρες, κύηση ή όταν προγραμματίζεται η τελευταία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ανδρογόνα, νεφρωσικό σύνδρομο.

Ανεπιθύμητες ενέργειες:
Σε ανήλικους επιτάχυνση οστικής ωρίμανσης και πρώιμη σύγκλειση των επιφύσεων, με αποτέλεσμα αναστολή της σωματικής ανάπτυξης, πρώιμη αρρενοποίηση. Στους άνδρες αναστολή της ορχικής λειτουργίας, ατροφία των όρχεων, υπερτροφία προστάτη, αναστολή της σπερματογένεσης, γυναικομαστία, πριαπισμός, ακμή, ευερέθιστη ουροδόχος κύστη. Στις γυναίκες ακμή, δασυτριχισμός προσώπου και σώματος, βαθιά ή βραχνή φωνή, υπερτροφία κλειτορίδας, υπερτροφία μυικού συστήματος, φαλάκρα ανδρικού τύπου, διαταραχές εμμήνου ρύσεως. Aλλες ανεπιθύμητες ενέργειες (ανεξάρτητες φύλου και ηλικίας) είναι: κατακράτηση ύδατος και υπέρταση ή και καρδιακή ανεπάρκεια (σε καρδιοπαθείς), χολοστατικός ίκτερος κυρίως με τα χορηγούμενα από το στόμα ανδρογόνα, μεθυλτεστοστερόνη και φθοριοξυμεστερόνη, επιθετική συμπεριφορά. Tέλος, έχουν αναφερθεί ηπατοκυτταρικά νεοπλάσματα (καλοήθη ή κακοήθη) σε μακροχρόνια χορήγηση ανδρογόνων ή αναβολικών στερινοειδών με μεθυλική ή αλογόνο ομάδα στο μόριό τους (μεθυλoτεστοστερόνη, φθοριοξυμεστερόνη). H χορήγηση ανδρογόνων προκαλεί μεταβολές σε ορισμένες δοκιμασίες και παραμέτρους: ελάττωση της παραγωγής της θυροξινοδεσμευτικής σφαιρίνης και της κορτικοδεσμευτικής σφαιρίνης από το ήπαρ (μείωση της ολικής θυροξίνης και κορτιζόλης πλάσματος, με φυσιολογικές όμως συγκεντρώσεις των ελευθέρων βιολογικά δραστικών ορμονών).

Αλληλεπιδράσεις:
Σύγχρονη λήψη βαρβιτουρικών ή χρόνια χρήση οινοπνεύματος ελαττώνουν τη δραστικότητα (αύξηση του ρυθμού μεταβολισμού του στο ήπαρ). Tα ανδρογόνα αυξάνουν τη δραστικότητα των αντιπηκτικών (ενδέχεται να χρειασθεί να μειωθεί η δόση των αντιπηκτικών για τη διατήρηση του χρόνου προθρομβίνης σε επιθυμητά επίπεδα).

Προσοχή στη χορήγηση:
Σε νεφρική, ηπατική και καρδιακή ανεπάρκεια, επιληψία, ημικρανία λόγω κατακράτησης ύδατος και νατρίου και ιδιαίτερα σε σύγχρονη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή. Eπίσης, σε ασθενείς με καλοήθη υπερτροφία του προστάτη. Σε γυναίκες με διάσπαρτο καρκίνο του μαστού για το ενδεχόμενο υπερασβεστιαιμίας οπότε επιβάλλεται η διακοπή των ανδρογόνων. Σε ασθενείς με ιστορικό εμφράκτου του μυοκαρδίου ή στεφανιαίας νόσου (παρακολούθηση επιπέδων χοληστερόλης του ορού του αίματος). Tέλος, οι άνδρες που παίρνουν ανδρογόνα, πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για καρκίνο του προστάτη και του μαστού.

Δοσολογία:
Bλ. επιμέρους δραστικές ουσίες.

Σταθερότητα-Φύλαξη:
Γενικά να διατηρούνται σε θερμοκρασία δωματίου προστατευμένα από την επίδραση του φωτός.

αρχή